Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ADHD) είναι μία από τις πιο κοινές και χρόνιες διαταραχές της ψυχικής υγείας της παιδικής ηλικίας, η οποία συχνά επιμένει στην εφηβεία και στην ενήλικη ζωή του ατόμου. 

Πρόκειται για μια εκ γενετής διαταραχή η οποία επηρεάζει περίπου το 3% έως 6% των παιδιών σχολικής ηλικίας και διαρκεί εφ’ όρου ζωής. 

Σύμφωνα με το DSM-IV, το παιδί  θα πρέπει να επιδείξει τουλάχιστον 6 συμπτώματα είτε ελλειματικής προσοχής  είτε παρορμητικής-υπερκινητικής συμπεριφοράς ή και τα δύο, τα οποία συμπτώματα να διαρκούν για τουλάχιστον 6 μήνες. 

Αυτά τα συμπτώματα πρέπει επίσης να μην συνάδουν με το αναπτυξιακό επίπεδο του παιδιού, να είναι εμφανής πριν από την ηλικία των 7 ετών, να λαμβάνουν χώρα σε δύο ή περισσότερα πλαίσια, όπως το σχολείο και σπίτι, και να υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για δυσλειτουργίες στη κοινωνική και ακαδημαϊκή ζωή. Όλα τα παιδιά, ειδικά τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, χαρακτηρίζονται από ενεργητικότητα, κινητικότητα και μια έντονη διάθεση «εξερεύνησης» του περιβάλλοντος, καθώς περνούν από τη μια δραστηριότητα στην άλλη και ασχολούνται με καθετί καινούργιο. 

Συνήθως μάλιστα πλήττουν εύκολα με δραστηριότητες που δεν τις βρίσκουν ελκυστικές.  Από ένα παιδί αναμένουμε να μην μπορεί συχνά να ελέγξει τις ορμές του ή να περιορίσει τη δράση του, ειδικά εάν πράττει κάτι που το ευχαριστεί ιδιαίτερα.  Τείνουμε μάλιστα να δικαιολογούμε τις πράξεις αυτές, αποδίδοντάς τις στη μικρή ηλικία. 

Όταν όμως αυτά τα επίπεδα ενεργητικότητας ή «απροσεξίας» συνεχίζονται και στις μετέπειτα ηλικιακές περιόδους, όταν φαίνονται ιδιαίτερα έντονα ή όταν τα παιδιά δεν μπορούν να θέσουν μακροπρόθεσμους στόχους, τότε πια αρχίζουν να αναπτύσσονται ανησυχίες για τις συνέπειες αυτής της συμπεριφοράς και για τα αίτιά της. 

Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) είναι από τις πιο μελετημένες διαταραχές, που εκδηλώνονται κατά την παιδική ηλικία. Χαρακτηρίζεται από υπερβολική κινητική δραστηριότητα, δυσκολία συγκέντρωσης της προσοχής και παρορμητικότητα τόσο σε δομημένες συνθήκες που απαιτούν προσοχή, έλεγχο των παρορμήσεων και περιορισμό της κινητικότητας, όπως η τάξη, όσο και σε μη δομημένες, όπως το διάλειμμα. Οι συμπεριφορές αυτές είναι δυσανάλογες σε σχέση με την ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο και παρεμποδίζουν σημαντικά τη λειτουργικότητα του παιδιού στην καθημερινή ζωή. Η τριάδα «απροσεξία, παρορμητικότητα, υπερκινητικότητα» είναι από εκείνα τα προβλήματα συμπεριφοράς που έχουν μελετηθεί περισσότερο, ενώ το επιστημονικό ενδιαφέρον για αυτού του είδους τα προβλήματα υπάρχει εδώ και εκατό τουλάχιστον έτη. Βεβαίως υπάρχουν σημαντικές ατομικές, διαφορές ως προς τις ικανότητες εστίασης της προσοχής και ελέγχου των παρορμήσεων: από την πλήρη ικανότητα για εστίαση της προσοχής για ικανό χρονικό διάστημα και για πλήρη έλεγχο των παρορμήσεων έως την πλήρη απουσία των ικανοτήτων αυτών.  Μια σειρά από παράγοντες, εσωτερικούς και εξωτερικούς, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση των ικανοτήτων αυτών ανά περίσταση. 

Τέτοιοι παράγοντες είναι π.χ.  ο βαθμός κόπωσης, το μέγεθος του ενδιαφέροντος, ο βαθμός δυσκολίας ή πολυπλοκότητας του στόχου, η ώρα και η ημέρα, η ένταση και το είδος των προσφερόμενων ερεθισμάτων, οι προσωπικές συνήθειες, η εκπαίδευση κ.λπ. 

Ο όρος υπερκινητικότητα αναφέρεται σε υπερβολικό ή αναπτυξιακά ακατάλληλο επίπεδο δραστηριότητας, κινητικής ή λεκτικής η οποία συχνά φαίνεται άσκοπη. Η παρορμητικότητα, αδυναμία ελέγχου ή αναστολής της συμπεριφοράς, εξαιτίας της οποίας δεν λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες των πράξεων, είναι η κεντρική διαταραχή του συνδρόμου.  Το παιδί δεν περιμένει οδηγίες, δεν αξιολογεί την κατάσταση, δεν λαμβάνει υπόψη τα συναισθήματα των άλλων, συμπεριφέρεται ως ανεύθυνο, ανώριμο και απότομο. 

Αντιμετωπίζει σοβαρή δυσκολία να ελέγξει τις αντιδράσεις του σε άσχετα ερεθίσματα ή γεγονότα και αδυνατεί να συγκρατηθεί και να αγνοήσει πιο ενδιαφέροντα ερεθίσματα τη συγκεκριμένη στιγμή. 

Ο όρος ελλειμματική προσοχή αναφέρεται σε διάχυτες δυσκολίες εξαιτίας μικρής έκτασης της προσοχής και δυσκολιών συγκέντρωσης.  Εκδηλώνεται σε ακαδημαϊκές και άλλες δραστηριότητες, πρακτικές και κινητικές, καθώς και στην επικοινωνία δια μέσου της συζήτησης. Η διαταραχή παρατηρείται, κυρίως, σε καταστάσεις που απαιτούν προσοχή και σε ασαφείς ή επαναληπτικές δραστηριότητες, όπως η ατομική σχολική εργασία.  Τα παιδιά με ελλειμματική προσοχή δεν διασπώνται περισσότερο από τα υπόλοιπα παιδιά από τα εξωτερικά ερεθίσματα, αλλά επιμένουν λιγότερο στις δραστηριότητες που δεν είναι ενδιαφέρουσες για να περάσουν σε άλλες που έχουν άμεσες συνέπειες ικανοποίησης. 

Μέχρι  στιγμής  η  πιο  πιθανή  εξήγηση,  παρά  τη  διαφορετικότητα  των  ευρημάτων  και  των  συμπερασμάτων,  είναι  ότι  η  ΔΕΠ-Υ  οφείλεται  πρωταρχικά  σε  δυσλειτουργία των συστημάτων των πολλαπλών νευροδιαβιβαστών (π.χ.  νοραδρεναλίνη,  σεροτονίνη)  και στον τρόπο  λειτουργίας  ορισμένων  τμημάτων  του  εγκεφάλου (π.χ.  του μετωπιαίου λοβού).  Βέβαια  σημαντικοί  θεωρούνται  και  οι  γενετικοί  αλλά και  οι  περιβαλλοντικοί  παράγοντες.